Λεξικό Γαλλικής ορολογίας στην Μαγειρική
Λεξικό Γαλλικής ορολογίας στην Μαγειρική
Άισινγκ-icing:
επίστρωση από κρυσταλλική ζάχαρη ή άχνη με ασπράδια ή μυρωδικά ή και χρωστικές.
Απαρέιγ-appareil:
διαδικασία για τη διατήρηση του παρασκευάσματος με μείγμα μαριναρίσματος.
Aροζέ-arroser: το
ράντισμα του παρασκευάσματος με τη σάλτσα του κατά τη διάρκεια του ψησίματος.
Αρομάτ-aromat:
μυρωδικό ή άλλο προϊόν που το χρησιμοποιούμε για συμπλήρωμα γεύσης.
Ασεζονέ-assaisonner:
προσθέτουμε αλάτι και μυρωδικά.
Γαρνίρω-garnir:
συνοδεύω το κυρίως υλικό του πιάτου με λαχανικά, πατάτες ή άλλα υλικά.
Γαρνιτούρα-garniture:
συστατικά για πιο κομψή παρουσίαση των πιάτων .
Γλασέ-glaser: 1)να
καλύψουμε κάποιο γλυκό με γλάσο ή 2)να μειώσουμε τα υγρά στο φαγητό ώστε γίνει
η σάλτσα σαν σιρόπι ή να γλασάρουμε με βούτυρο και ζάχαρη.
Γκρατινέ-gratiner: το
ρόδισμα ενός φαγητού που έχει καλυφθεί με μπεσαμέλ ή τυριά.
Γκριγιέ-griller: το
ψήσιμο απ’ ευθείας πάνω στη σχάρα.
Εσσάνς-essance:
συμπυκνωμένο υγρό που προήλθε από πύκνωση με βρασμό και εκχύλιση.
Εσωντέ-echauder:
ζεμάτισμα για την αφαίρεση της φλούδας.
Ετουβέ-etouver:
ψήσιμο με ή χωρίς ζωμό σε σιγανή φωτιά με καπάκι.
Ζαρντινιέρ-jardiniere:
μείγμα από ποικιλία χορταρικών
Κανελέ-cannele:
δημιουργώ με ειδικό εργαλείο ή με μαχαίρι ραβδώσεις .
Καραμέλ-caramel:
λιωμένη και λίγο καμένη ζάχαρη.
Κλαριφιέ-clarifier:
κάνω διάφορα υγρά, ζωμούς ή βούτυρα πιο διαυγή.
Κοκότ-cocot:
πορσελάνινο ή πήλινο σκεύος για το μαγείρεμα εδεσμάτων.
Κονσομέ-consomme:
διαυγής σούπα.
Κοντιμέντ-condiments:
γευστικά υλικά όπως το αλάτι, πιπέρι, πάπρικα κ.λ.π.
Κορσέ-corser: το
δυνάμωμα της γεύσης , με άλλον πιο δυνατό ζωμό.
Κουρτ μπουγιόν-court bouilon:
ζωμός από αρωματικά χόρτα, βότανα, μπαχαρικά, κρασί ή ξύδι, για ενίσχυση σε
ζωμούς ή σάλτσες.
Kουλί-coulis:
πολύ πυκνή σάλτσα ή υδαρής πουρές.
Κροκάν-croquant: τα
τραγανά παρασκευάσματα.
Κρουτόν-croutons:
φρυγανισμένα κομμάτια ψωμιού με λιπαρή ύλη ή και διάφορα μυρωδικά, σε διάφορα
σχήματα.
Λιέ-lier:
πύκνωσε σάλτσα ή σούπα (με βρασμό, βούτυρο, αυγά, κρέμα ή άμυλο).
Λιεζόν-liaison:
πύκνωση
Μαρινάντ-marinade:
μαρινάδες
Μαρινέ-mariner:
δίνω γεύση σε ένα υλικό μέσα σε κάποιο μείγμα.
Μασερέ-macerer:
δίνω γεύση αφήνοντας κάποιο υλικό μέσα σε κρασί ή άλλο αλκοόλ.
Μασεντουάν-macedoin:
μείγμα από ποικιλία φρούτων ή λαχανικών, κομμένα σε κύβους.
Μιζ
αν πλας-mise en place: η προετοιμασία για το μαγείρεμα.
Μιζοτέ-mijoter:
σιγανό ψήσιμο για πολύ ώρα.
Μιρεπουά-mirepoix:
μείγμα σοταρισμένων λαχανικών και άλλων υλικών που προστίθεται στο φαγητό για
παραπάνω γεύση.
Μοντέ-monter:
τραβάω και ανοίγω μια ζύμη συνήθως, ώστε να γίνει πιο αφράτη.
Μουγιέ-moullier:
προσθήκη νερού , ζωμού ή γάλακτος κατά τη διάρκεια του ψησίματος του φαγητού.
Μπεν
μαρί-bain marie: το ειδικό σκεύος με τα 2 τεμάχια, ώστε να
μαγειρεύεται κάτι χωρίς ν’ ακουμπάει άμεσα στην εστία.
Μπλανς-blanch: ο
εύκολος τρόπος με 1 λεπτού ζεμάτισμα για να αφαιρεθούν τα φλούδια από τομάτες ή
φρούτα.
Μπαρντέ-barder:
επικάλυψη υλικού με λιπαρή ύλη.
Μπουκέ
γκαρνί-bouquet garni: μπουκέτο μυρωδικών από δάφνη, σέλινο, θυμάρι,
μαϊντανό, για ζωμούς ή σάλτσες.
Μπορντούρ-bordure:
διακόσμηση των εδεσμάτων.
Μπερέ-beurer:
αλείφω ή βάζω βούτυρο.
Μπερ
μανιέ-beurre manie: βούτυρο ζυμωμένο με αλεύρι που εξυπηρετεί
στο δέσιμο μιας σάλτσας ή σούπας.
Μπλανσίρ-blanchir:
βρασμός ενός υλικού σε κρύο νερό μέχρι την πρώτη βράση. Μ’ αυτόν τον τρόπο
αποβάλλονται ακαθαρσίες, στυφή γεύση, πίκρα από τα τρόφιμα αλλά μπορούν να
γίνουν και πιο μαλακά.
Μπρεζέ-braiser:
μαγείρεμα με λίγο ζωμό ή νερό σε ειδικό σκεύος τη μπρεζέρα.
Μπουγίρ-bouilir:
βράσιμο σε νερό
Μπουγιόν-bouillon:
ζωμός από διάφορα υλικά μαζί με αρωματικά στοιχεία
Μπρινουάζ-brunois:
λαχανικά κομμένα σε μικρούς κύβους.
Ναπέ-napper:
καλύψτε προσεκτικά το φαγητό με τη σάλτσα.
Ντεγκλασέ-deglaser:
ρίχνω κρασί ή ζωμό στην καραμελωμένη σάλτσα για να την αραιώσω και να τη πάρω
όλη από την κατσαρόλα.
Ντεκορέ-decorer:
στολίζω με βρώσιμα πάντα στολίδια το πιάτο.
Ντεμπουγιέ-depouller: η
αφαίρεση του αφρού αλλά και λιπαρών ουσιών από την επιφάνεια του φαγητού.
Ντεμουλέ-demouler:
ξεφορμάρω
Ντρεσέ-dresser:
βάζω κομψά το παρασκεύασμα στο πιάτο
Ντρέσινγκ-dressing:
υλικά που χρησιμοποιώ για το στόλισμα και το γευστικό συμπλήρωμα του πιάτου.
Ντορέ-dorer:
χρωμάτισε το φαγητό κατά τη διάρκεια του ψησίματος.
Πανέ-paner:
καλύπτω κάποιο παρασκεύασμα με γαλέτα.
Παπιγιότ-papillote:
τυλίγω σε χαρτί ή αλουμινόχαρτο ένα παρασκεύασμα για να το ψήσω.
Παρέ-parer:
αφαιρώ τα ακατάλληλα τμήματα των τροφίμων.
Παρίρ-parures: τα
σκουπίδια από το καθάρισμα των τροφίμων.
Πασέ-passer:
περνάω τους ζωμούς ή τις σάλτσες από σουρωτήρι(σινουά) για να αφαιρέσω
ανεπιθύμητα υλικά .
Πικέ-piquer:
βάζω με τη βοήθεια χοντρής βελόνας λιπαρή ύλη στο εσωτερικό ενός
παρασκευάσματος.
Πουάντ-pointe: μια
πρέζα, μια μικρή ποσότητα στην άκρη του κουταλιού.
Πωσέ-pocher: το
μαγείρεμα σε νερό ή ζωμό που βράζει.
Ρεβενίρ-revenir: το
τουμπάρισμα κι από τις 2 πλευρές του τροφίμου για να πάρει χρώμα.
Ρεντουίρ-reduire:
πυκνώνω με βρασμό.
Ρισολέ-rissoler:
μαγειρεύω με οποιονδήποτε τρόπο, φροντίζοντας να ροδοκοκκινίσω το φαγητό.
Ροτί-rotir:
μέθοδος ψησίματος με συμπύκνωση.
Ρου-roux:
μείγμα λιπαρής ύλης με αλεύρι για να παρασκευάσουμε σάλτσες ή σούπες.
Σαπελίρ-chapelure:
ξερό μπαγιάτικο ψωμί που το τρίψαμε και το περάσαμε από κόσκινο.
Σεμιζέ-chemizer: καλύπτω
την εσωτερική επιφάνεια ενός σκεύους μα μεμβράνη.
Σιζελέ-ciseler:
κάνω τομές σε χονδρά υλικά για να διευκολύνω το ψήσιμο.
Σιρ
λε πλα-sur la plat: μαγειρεμένο στο σκεύος που σερβίρετε π.χ.
σαγανάκι
Σουέ-suer: το
πολύ ελαφρύ σοτάρισμα , το μάραμα ενός υλικού.
Σουφλέ-soufler:
φούσκωμα κατά τη διάρκεια του ψησίματος σε όλα τα παρασκευάσματα.
Στιρ
φράι-stir fry: τηγανίζω σε δυνατή φωτιά με ελάχιστη λιπαρή
ύλη.
Σωτέ-
sauter: τηγάνισμα τρυφερών υλικών σε λίγη λιπαρή ύλη.
Ταμισέ-tamiser:
κοσκινίζω.
Τομπέ-tomber: το
ψήσιμο ενός τροφίμου στο βούτυρο μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά του
Φαρινέ-fariner: το
αλεύρωμα ενός σκεύους ή ενός υλικού.
Φαρσί-farcir:
γεμίζω με κάποιο μείγμα μια κρέπα, μια πίτα, κ.λ.π.
Φιλέ-filet: τα
τρυφερά μέρη ή σταγόνες ενός υγρού που μπαίνουν κατά τη διάρκεια του
μαγειρέματος π.χ. φιλέ ξυδιού.
Φισελέ-ficeler:
δένω ένα παρασκεύασμα για να μην ανοίξει κατά τη διάρκεια του ψησίματος ή να
δώσω το σχήμα που θέλω.
Φλαμπέ-flamber:
ανάβω φωτιά με κάποιο αλκοολούχο ποτό σε ένα παρασκεύασμα ώστε μετά την εξάτμιση του αλκοόλ να μείνει μόνο η
γεύση του.
Φλερόν-fleurons:
μικρά ψημένα κομμάτια από ζυμάρια σε διάφορα σχήματα που χρησιμοποιούνται για
στόλισμα.
Φονσέ
-foncer: το γαρνίρισμα στον πάτο του σκεύους με λιπαρή ύλη και
μυρωδικά.
Φριτούρ-friture:
τηγάνισμα σε λιπαρή ύλη ή η ίδια η λιπαρή ουσία
Φυμέ-fumer:
κάπνισμα.





Δεν υπάρχουν σχόλια